φιλ(ο)-

φιλ(ο)-
ΝΜΑ
α' συνθετικό μεγάλου αριθμού ονομάτων, καθώς και ελάχιστων ρημάτων (που θα έπρεπε πιθ. να θεωρηθούν ως μετονοματικά παρ. αμάρτυρων τ.) όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, το οποίο ανάγεται στο επίθ. φίλος. Τα σύνθ. με φιλ(ο)- ανήκουν στην κατηγορία τών αντικειμενικών συνθ., στα οποία το α' συνθετικό έχει τη ρηματική έννοια τού φιλώ «αγαπώ» για να δηλώσει αυτόν που αγαπά, προτιμά, επιδιώκει, τού αρέσει ή έχει τάση προς αυτό που σημαίνει το β' συνθετικό (πρβλ. φιλοθύτης < φιλεῑ θύειν). Τέλος, αναλογικά προς τα σύνθ. με α' συνθετικό φιλ(ο)- και, κατά το σχήμα φιλ(ο)-: φιλῶ, έχουν σχηματιστεί και τα σύνθ. με μισ(ο)- (βλ. λ. μισῶ).Παραδείγματα λ. με α' συνθετικό φιλ(ο)-: φιλάγαθος, φιλάγρυπνος, φιλάδελφος, φίλαθλος, φιλαλήθης, φίλανδρος, φιλανθής, φιλάνθρωπος, φιλαπόδημος, φιλάργυρος, φιλάρχαιος, φίλαρχος, φιλάσθενος, φίλαυτος, φιλελεήμων, φιλελεύθερος, φιλέλλην(ας), φιλέορτος, φιλεπιστήμων, φιλέραστος, φίλεργος, φιλέρημος, φίλερις, φιλέταιρος, φιλήδονος, φιλήσυχος, φίλιππος, φιλογύνης, φιλόδενδρος, φιλοδίκαιος, φιλόδικος, φιλόδοξος, φιλόδρομος, φιλόζωος, φιλοθεάμων, φιλόθεος, φιλόθερμος, φιλόθηρος, φιλοθόρυβος, φιλόθρησκος, φιλόκαλος, φιλοκερδής, φιλοκίνδυνος, φιλόκοσμος, φιλοκτήμων, φιλόλαος, φιλόλογος, φιλομαθής, φιλόμαχος, φιλομειδής, φιλομήτωρ, φιλόμουσος, φιλόνικος / -νεικος, φιλόξενος, φιλοπαίγμων, φιλόπαις, φιλόπατρις, φιλόπλουτος, φιλοπόλεμος, φιλόπολις, φιλόπονος, φιλοπότης, φιλοπράγμων, φιλόπρωτος, φιλόπτωχος, φιλόσκιος, φιλοσκώμμων, φιλόσοφος, φιλόστοργος, φιλοσυγγενής, φιλοτάραχος, φιλότεκνος, φιλότεχνος, φιλότιμος, φιλόφρων, φιλοχρήματος, φιλόχριστος, φιλοψευδής, φιλόψογος, φιλόψυχος
αρχ.
φίλαβρος, φιλάγλαος, φίλαγρος, φιλάγων, φιλαθήναιος, φιλαιδήμων, φιλαίτιος, φιλαλαζών, φιλαλέξανδρος, φιλάνωρ, φιλαπεχθής, φιλάπλους, φιλάρματος, φιλάρρην, φιλάρχων, φίλαυλος, φιλέγγυος, φιλειδήμων, φιλέλεος, φίλελπις, φιλέπαινος, φίλερως, φιλεύνοος, φιλεχθής, φιληδής, φιλόβακχος, φιλόβορος, φιλόβουλος, φιλόγαιος, φιλόγαμος, φιλόγλυκυς, φιλόγονος, φιλόγραικος, φιλογραφώ, φιλόδαφνος, φιλόδειπνος, φιλόδημος, φιλόδηρις, φιλοδίτης, φιλόδοτος, φιλοεθνής, φιλοθεωρός, φιλοθρέμμων, φιλοθύτης, φιλοίκειος, φιλοΐστωρ, φιλοκηδεμών, φιλοκνήμις, φιλοκομπαστής, φιλοκρατία, φιλοκυδής, φιλοκώμῳδος, φιλόλεκτρος, φιλόμαντις, φιλόμβροτος, φιλομείραξ, φιλομήλα, φιλόμολπος, φιλονοσώ, φιλοπαιδ(ε)ία, φιλοπάννυχος, φιλοπάτωρ, φιλοπένης, φιλόπικρος, φιλόπλαγκτος, φιλοπλόκαμος, φιλόπλους, φιλοποιός, φιλοπόντιος, φιλόποτμος, φιλοπραγματίας, φιλοπρεπής, φιλοπροσηνής, φιλόπυρος, φιλοργής, φιλόρθιος, φιλορμίστειρα, φιλορ(ρ)ήτωρ, φιλόρρυθμος, φιλορρώξ, φιλορχηστής, φιλόσαρκος, φιλοσέβαστος, φιλόσκοπος, φιλόσπονδος, φιλοσύγγαμος, φιλόσυκος, φιλοσυνήθης, φιλοσώματος, φιλοσώφρων, φιλοτερπής, φιλοτοιούτος, φιλοτραφής, φιλοϋγιής, φιλόφθονος, φιλόφιλος, φιλοφυσικός, φιλόχορος, φιλόχωρος, φίλοψος
αρχ.-μσν.
φιλαίματος, φιλακροάμων, φιλενδείκτης, φιλεπίστροφος, φίλεχθρος, φιλέψιος, φιλοβασιλεύς, φιλόγελως, φιλοδαίμων, φιλόδακρυς, φιλοεπής, φιλόθρηνος, φίλοικτος, φιλόκαινος, φιλόκοινος, φιλόκομπος, φιλόκουρος, φιλόκτιστος, φιλομόχθηρος, φιλόνεος, φιλοπαθής, φιλοπευθής, φιλοπληκτικός, φιλόπορνος, φιλοπροεδρία, φιλόργιος, φιλορρύπαρος, φιλόσκαρθμος, φιλοσκύλαξ, φιλοστασιώτης, φιλότμητος, φιλόχλαινος, φιλοχρήμων, φιλοψάμαθος
μσν.
φιλασφαλής, φιλαυξής, φιλείρηνος, φιλεπίσκοπος, φιλευγενής, φιλευσεβής, φιλόβιος, φιλόβρομος, φιλογνώμων, φιλογώνιος, φιλοδιδάσκαλος, φιλόθρονος, φιλοκάνων, φιλόκολπος, φιλολείμων, φιλόμετρος, φιλομονάζω, φιλόναος, φιλόνυμφος, φιλοποίκιλος, φιλοπονείον, φιλοσίγματος, φιλόσταυρος, φιλοσύγχυτος, φιλότονος, φιλοχίτων, φιλόψαλμος
μσν.- νεοελλ.
φιλάδικος, φιλάρπαξ, φιλεύσπλαγχνος, φιλήκοος, φιλόνομος
νεοελλ.
φιλάλληλος, φίλαλλος, φιλάρεσκος, φιλαρμονική, φιλοδασικός, φιλοδυτικός, φιλοκατήγορος, φιλολαϊκός, φίλοξος, φιλοπερίεργος, φιλοπρόοδος, φιλοτάξιδος, φιλοτελής, φιλοτομαριστής.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • φιλ- — ή φιλο , θέμα του ρ. φιλώ (=αγαπώ), που χρησιμοποιείται με αυτή την έννοια ως α συνθετικό πολλών λέξεων: Φιλαλήθεια, φιλελεύθερος, φιλοδοξώ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Φιλ' — Φιλά̱ , Φιλής masc nom/voc/acc dual Φιλά , Φιλής masc voc sg Φιλά , Φιλής masc nom sg (epic) Φιλαί , Φιλής masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Φίλ' — Φίλα , Φίλα fem nom/voc sg Φίλαι , Φίλα fem nom/voc pl Φίλᾱͅ , Φίλα fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φίλ' — φίλα , φίλος beloved neut nom/voc/acc pl φί̱λε , φίλος beloved masc voc sg (epic) φίλε , φίλος beloved masc voc sg φίλαι , φίλος beloved fem nom/voc pl φίλᾱͅ , φίλος beloved fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φίλος — ίλεος, τὸ, Α φιλία. [ΕΤΥΜΟΛ. Αμφβλ. τ. που μπορεί να θεωρηθεί ως μεταπλασμένος τής λ. φιλία, κατά τα σιγμόληκτα ουδ. μῖσος, νεῖκος]. η, ο / φίλος, η, ον, ΝΜΑ, θηλ. και φίλαινα Ν, θηλ. και ος Α 1. αγαπητός, προσφιλής (α. «φίλο έθνος» β. «μηκέτι,… …   Dictionary of Greek

  • αίμα — Ρευστός ιστός του οποίου τα στερεά κυτταρικά στοιχεία αιωρούνται σε μια ροώδη μεσοκυττάρια ουσία, που ονομάζεται πλάσμα. Κυκλοφορεί σε ένα σύστημα αγγείων, το κυκλοφορικό σύστημα, και αντιπροσωπεύει για τα ανώτερα ζώα το μέσο με το οποίο… …   Dictionary of Greek

  • Pella curse tablet — The Pella curse tablet is a curse or magic spell (Greek: κατάδεσμος, katadesmos ) inscribed on a lead scroll, dating to the 4th or 3rd century BC. It was found in Pella (at the time capital of Macedon) in 1986 and published in the Hellenic… …   Wikipedia

  • Pella (Grecia) — Saltar a navegación, búsqueda Para otros usos de este término, véase Pella …   Wikipedia Español

  • Tablilla de maldición de Pella — La Maldición de Pella, del prof. Radcliffe G. Edmonds III (Bryn Mawr College). La Tablilla de maldición de Pella es una maldición o hechizo griego: κατάδεσμος, katadesmos) inscrita en una plancha de plomo, que data del siglo IV o… …   Wikipedia Español

  • -ικός — (ΑΜ ικός) κατάλ. που προήλθε από τον συνδυασμό τού ΙΕ επιθήματος kο με θέματα σε i . Στην Ελληνική ο συνδυασμός αυτός παραμένει ευδιάκριτος σε επίθ. όπως φυσι κό ς (< φύσι ς), μαντι κό ς (< μάντι ς). Το ΙΕ επίθημα * kο υπήρξε παραγωγικότατο …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”